Γαστρονομικός τουρισμός στην Ελλάδα

Γαστρονομικός τουρισμός στην Ελλάδα

Από τον Σταμάτη Νικηταρά

[email protected]

 

Οφείλω να σας ομολογήσω ότι το τελευταίο διάστημα κάθε φορά που ανοίγω την τηλεόραση «πληγώνομαι». Είναι που όποιο κανάλι κι αν βάλεις, κάποιος ή κάποια σεφ τσιγαρίζει κρεμμυδάκια, λιώνει βούτυρο ή βγάζει κάποιο αχνιστό «δημιούργημα» από τον φούρνο. Θα μου πείτε, κακό είναι; Καθόλου, θα σας πω. Αλλά όταν ένας άνθρωπος ανεπίδεκτος μαθήσεως όπως εγώ, ένας άνθρωπος που οι μόνες του μαγειρικές γνώσεις περιστρέφονται γύρω από το ψήσιμο των τοστ, όπως και να το κάνουμε πληγώνεται από τις κάθε λογής εκπομπές μαγειρικού περιεχομένου.

Παραξέφυγα πάλι! Πριν από λίγο καιρό έπεσε στην αντίληψή μου μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια του ΣΕΤΕ. Μια προσπάθεια εκπόνησης ενός ολοκληρωμένου προγράμματος μάρκετινγκ σε σχέση με τον γαστρονομικό τουρισμό.

 

Για το θέμα είχαμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με την Αγγελική Καραγκούνη, Project Manager στον ΣΕΤΕ.

 

Αγαπητή Αγγελική, τι ακριβώς είναι ο γαστρονομικός τουρισμός;

Υπάρχουν τουρίστες που έχουν ως αποκλειστικό ταξιδιωτικό κίνητρο την άσκηση δραστηριοτήτων γαστρονομικού ενδιαφέροντος. Αυτή η μορφή τουρισμού ορίζεται ως γαστροτουρισμός. Οι «γαστροτουρίστες» ταξιδεύουν με σκοπό να ανακαλύψουν νέες γεύσεις και να απολαύσουν τοπική ή/και υψηλού επιπέδου γαστρονομία, εμβαθύνοντας παράλληλα στην ιστορία και τις παραδόσεις του προορισμού τους. Εξειδικευμένες επιχειρήσεις, όπως θεματικοί tour operators, ειδικευμένα ξενοδοχεία κ.ά., καλύπτουν αυτή την αυξανόμενη ζήτηση για γαστρονομικά ταξίδια.

Σε κάθε περίπτωση πάντως η προσφορά καλής κουζίνας αποτελεί απόλαυση, εμπειρία, τμήμα της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου, και συνεπώς μια σημαντική πηγή ικανοποίησης για κάθε τουρίστα, ανεξάρτητα εάν έχει ή δεν έχει κάποιο ειδικό ενδιαφέρον για τη γαστρονομία.

 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «γαστροτουρίστα»;

Το προφίλ των γαστροτουριστών σύμφωνα με δύο έρευνες που έχουμε κάνει έχει ως εξής:

  • Ηλικιακά κινούνται (κυρίως) μεταξύ 30-50 ετών & (δευτερευόντως) 51-64 ετών
  • Είναι επαγγελματικά καταξιωμένοι
  • Διαθέτουν υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα από τον μέσο τουρίστα
  • Διαθέτουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τον μέσο τουρίστα
  • Είναι περιπετειώδεις και έμπειροι ταξιδιώτες
  • Ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό του προορισμού
  • Δαπανούν μεγάλο ποσοστό του ταξιδιωτικού τους προϋπολογισμού σε δραστηριότητες γαστρονομικού ενδιαφέροντος
  • Οι βασικές χώρες προέλευσης των γαστροτουριστών είναι οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία , η Ολλανδία και η Βρετανία. 

 

Γιατί επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή τουρισμού;

Η ελληνική γαστρονομία αποτέλεσε πρώτη επιλογή καθώς το προϊόν υπάρχει, έχει εν δυνάμει συγκριτικό πλεονέκτημα, αγγίζει έναν ευρύ κύκλο επιχειρήσεων –από τον αγρότη, τον εστιάτορα και τον μεταποιητή μέχρι τον ξενοδόχο– και, κυρίως, δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και πάγια, αλλά σχετικά μικρές επενδύσεις σε ενέργειες μάρκετινγκ.

 

Ποια είναι τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του ελληνικής γαστρονομικής προσφοράς;

Στην ελληνική κουζίνα χρησιμοποιούμε κάποια πολύ χαρακτηριστικά προϊόντα, όπως το λάδι, το κρασί, τα χόρτα, τα λαχανικά, το μέλι, το γιαούρτι και τα τυριά. Οι πρώτες ύλες είναι αγνές, φρέσκιες, νόστιμες και μπορούν να παραχθούν με βιολογικό τρόπο. Μαγειρεύουμε απλά. Γι’ αυτό, η ελληνική κουζίνα σε συνδυασμό με το εξαιρετικό ελληνικό κρασί είναι υγιεινή και χαρίζει ευεξία. Επίσης, ορισμένα υλικά που είναι συνηθισμένα για τους Έλληνες, όπως λόγου χάρη η μαστίχα και το πρόβειο γιαούρτι, για πολλούς ξένους μοιάζουν εξωτικά και περίεργα. Η Ελλάδα διαθέτει έναν ανεξερεύνητο γαστρονομικό πλούτο με μεγάλη ποικιλία συνταγών, αλλά και προϊόντων σε κάθε γωνιά της ηπειρωτικής χώρας και σε κάθε νησί. Για παράδειγμα, είναι δεκάδες τα τοπικά τυριά που παράγονται σε όλη την Ελλάδα, ενώ η χώρα διακρίνεται και για τον οινικό πλούτο της. Ας σημειωθεί ότι εκτός από τις γνωστές εισαχθείσες ποικιλίες σταφυλιών, η Ελλάδα διαθέτει 300 αυτόχθονες ποικιλίες και μερικούς από τους αρχαιότερους αμπελώνες της Ευρώπης. Τέλος, αναπόσπαστο στοιχείο της απόλαυσης που προσφέρει η ελληνική κουζίνα είναι το σωστό σκηνικό, π.χ. μια ταράτσα εστιατορίου με θέα στην Ακρόπολη, ένα τραπέζι κάτω από τον πλάτανο στην πλατεία του χωριού ή μια ψαροταβέρνα σε μια παραλία. Συνεπώς, την ελληνική κουζίνα πρέπει να την απολαμβάνει κανείς στην ίδια την Ελλάδα.

 

Λίγα στοιχεία για το ιστορικό αυτής της πρωτοβουλίας;

O ΣΕΤΕ έχει εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μάρκετινγκ από το 2009. Τα βασικά παραδοτέα στοιχεία του σχεδίου είναι η διαμόρφωση του γαστρονομικού χαρτοφυλακίου και ένα εκτενές σχέδιο προβολής με βασικό άξονα μια διαδικτυακή πύλη, όπου ο επισκέπτης –Έλληνας ή ξένος– θα μπορεί με ένα κλικ να βρει το ποιοτικό γαστρονομικό προϊόν σε κάθε περιοχή της χώρας, είτε πρόκειται για παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα, είτε για ξενοδοχεία, εστιατόρια ή μικρές μονάδες που προσφέρουν μια καλής ποιότητας ελληνική κουζίνα, είτε πρόκειται για μουσεία, δρόμους του κρασιού, φεστιβάλ γαστρονομίας και άλλες νησίδες γαστρονομικού πολιτισμού.

 

Σήμερα σε ποια φάση βρισκόμαστε;

Με την ολοκλήρωση της καμπάνιας ανεύρεσης χορηγικών πόρων (Σεπτέμβριος 2012-Μάρτιος 2013) συγκεντρώθηκαν τα χρήματα για την έναρξη του έργου. Η Α΄ Φάση του έργου ξεκίνησε με τη διαμόρφωση του γαστρονομικού χαρτοφυλακίου και περιλαμβάνει τη χαρτογράφηση και την καταγραφή του γαστρονομικού πλούτου της Ελλάδας. Σκοπός αυτής της φάσης είναι να καταγραφούν όλες εκείνες οι πτυχές της ελληνικής γαστρονομίας που προτείνεται να προβάλλει η Ελλάδα στην τουριστική αγορά και θα πρέπει κατ’ αρχήν να συμπεριληφθούν οι επιχειρήσεις και οι δραστηριότητες που ήδη προσφέρουν ελκυστικές γαστρονομικές εμπειρίες.

Ενδεικτικά, το χαρτοφυλάκιο με τα γαστρονομικά προϊόντα θα περιλαμβάνει τα εξής επιμέρους στοιχεία:

  • Χαρακτηριστικά ελληνικά πιάτα, προϊόντα και ποτά
  • Επώνυμα γαστρονομικά προϊόντα
  • Διαδρομές γαστρονομικού ενδιαφέροντος 
  • Spa με προϊόντα γαστρονομίας
  • Μαθήματα και σεμινάρια μαγειρικής/γευσιγνωσίας 
  • Εκδηλώσεις και φεστιβάλ γαστρονομικού ενδιαφέροντος
  • Μουσεία και εκθεσιακούς χώρους με θέμα τη γαστρονομία
  • Σημεία πώλησης προϊόντων και ποτών, όπως υπαίθριες και σκεπαστές αγορές, παντοπωλεία, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, ντελικατέσεν, κάβες 
  • Χώρους παραγωγής προϊόντων και ποτών, όπως αγροκτήματα, οινοποιεία, τυροκομεία, εργαστήρια 
  • Εστιατόρια υψηλής ή δημιουργικής κουζίνας 
  • Εστιατόρια και γενικά επιχειρήσεις εστίασης κάθε μορφής (π.χ. ταβέρνες, μεζεδοπωλεία, ουζερί, ψησταριές, ψαροταβέρνες, καφενεία) που προσφέρουν παραδοσιακή ή τοπική κουζίνα

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να τονιστεί η τοπική διάσταση του χαρτοφυλακίου. Το συνολικό χαρτοφυλάκιο της Ελλάδας ουσιαστικά αποτελείται από τα επιμέρους τοπικά χαρτοφυλάκια και περιλαμβάνει όλη την ποικιλομορφία και τον πλούτο που προσφέρει η χώρα από γαστρονομικής άποψης.

Υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του χαρτοφυλακίου είναι η δημοσιογράφος γεύσης Ντένη Καλλιβωκά. 

Η υλοποίηση του συνόλου του έργου με ορίζοντα τριετίας χρειάζεται αρωγούς και περαιτέρω ένωση δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό, η καμπάνια ανεύρεσης χορηγών συνεχίζεται!

 

Η Ελλάδα τελικά είναι συνυφασμένη με τη γαστρονομία;

Η ελληνική κουζίνα έχει κερδίσει πολλούς φίλους στο εξωτερικό χάρη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Η ποικιλία των μεζέδων, η απλότητα των παρασκευών, η νοστιμιά και η θρεπτική αξία των φρέσκων ελληνικών προϊόντων την έχουν κάνει ευρύτερα γνωστή κι αγαπητή. Υπάρχουν επίσης ορισμένες κλασικές ελληνικές πρώτες ύλες (ελαιόλαδο, φέτα, γιαούρτι, μέλι, φύλλο ζύμης, κ.ο.κ.) που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη διεθνή κουζίνα.

Η ελληνική γαστρονομία θα είχε κερδίσει πολύ περισσότερους φίλους εάν είχαν αντιμετωπιστεί δύο σοβαρές αδυναμίες: τα προβλήματα ποιότητας σε όλο το φάσμα παροχής γαστρονομικών υπηρεσιών και η απουσία αποτελεσματικής προβολής του γαστρονομικού πλούτου της Ελλάδας.

Λόγω αυτών των αδυναμιών, η Ελλάδα υπολείπεται των άλλων μεσογειακών χωρών, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, τόσο σε σχέση με τη διάδοση της ελληνικής κουζίνας στο εξωτερικό όσο και με την ποιότητα της κουζίνας που προσφέρεται στους επισκέπτες της χώρας. Αυτή ακριβώς την εικόνα προσπαθούμε να αλλάξουμε, ώστε σε λίγα χρόνια η Ελλάδα να είναι απόλυτα συνυφασμένη και με τη γαστρονομία.