Δημιουργήθηκε εμβόλιο που ίσως «θεραπεύει» τη δυσανεξία στη γλουτένη

Γλουτένη

Οι πάσχοντες από κοιλιοκάκη ενδέχεται σύντομα να είναι σε θέση να καταναλώνουν με ασφάλεια γλουτένη, χάρη σε ένα νέο εμβόλιο που βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με το Beyond Celiac.

Το εμβόλιο, που ονομάζεται Nexvax2, στοχεύει το ανοσοποιητικό σύστημα να σταματήσει τη φλεγμονή που συνήθως προκύπτει όταν τα άτομα με κοιλιοκάκη καταναλώνουν γλουτένη. Πρώτη φορά δοκιμάστηκε το 2011, για την αρχική φάση, και βρέθηκε ότι είναι ασφαλές.

Η εταιρεία που παράγει το Nexvax2, έλαβε χρηματοδότηση 40 εκατομμυρίων δολαρίων το 2017, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν την έρευνα για το εμβόλιο. Ο δεύτερος γύρος δοκιμών θα ξεκινήσει στη Μελβούρνη, πριν βγει σε άλλες πόλεις της Αυστραλίας. Η εταιρεία ελπίζει να εγγραφούν 150 ασθενείς από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία στη δοκιμή.

«Το εμβόλιο έχει σχεδιαστεί για να στοχεύει το 90 τοις εκατό των ασθενών με κοιλιοκάκη με τη γενετική μορφή της νόσου HLA-DQ2″, δήλωσε ο δρ. Jason Tye-Din, επικεφαλής της έρευνας για κοιλιοκάκη και γαστρεντερολόγος στο Royal Melbourne Hospital, στην εφημερίδα Sydney Morning Herald. «Μια επιτυχημένη θεραπεία που μπορεί να αποκαταστήσει την φυσιολογική ανοχή στη γλουτένη θα έφερνε επανάσταση στη διαχείριση της κοιλιοκάκης».

Προς το παρόν, δεν υπάρχει καμία θεραπεία για την κοιλιοκάκη – η μόνη επιλογή είναι να κόψει κανείς πλήρως τη γλουτένη. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η επιλογή τροφών χωρίς γλουτένη έγινε δημοφιλής σε όσους ακολουθούν ισορροπημένη διατροφή. Ωστόσο, για τους πάσχοντες από κοιλιοκάκη, η πρωτεΐνη θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το λεπτό έντερο και προκαλεί διάρροια, κοιλιακό πόνο και έμετο.

Το Nexvax2 δεν θα επιτρέψει αμέσως σε ανθρώπους με κοιλιοκάκη να καταναλώνουν και πάλι γλουτένη. Το εμβόλιο θα δημιουργήσει με αργούς ρυθμούς ανοσία στις πρωτεΐνες της γλουτένης και θα σταματήσει τις αρνητικές παρενέργειες στον οργανισμό.

Φαίνεται ο ρυθμός της έρευνας για θεραπείες της κοιλιοκάκη έχει επιταχυνθεί, αν και εξακολουθεί να υπάρχει αναμονή τουλάχιστον πέντε χρόνων πριν να διατεθεί ένα φάρμακο σε ασθενείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί.